δέχομαι


δέχομαι
[дэхомэ] р. (лай φωνή) принимать, признавать, соглашаться.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δέχομαι" в других словарях:

  • δέχομαι — δέχομαι, δέχτηκα και δέχθηκα βλ. πίν. 32 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • δέχομαι — take pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέχομαι — (AM δέχομαι Α και δέχνυμαι και δέκομαι) 1. παραλαμβάνω κάτι, παίρνω κάτι που μού προσφέρεται ή μού αποστέλλεται 2. συγκεντρώνω, μαζεύω, χωράει μέσα μου («η φιάλη δεν τό δέχτηκε όλο το νερό», «ὀπὸν κάδοις δέχομαι») 3. ανέχομαι, υπομένω («δεν… …   Dictionary of Greek

  • δέχομαι — δέχτηκα 1. παίρνω κάτι που μου προσφέρουν: Πάντα δέχεται τα δώρα με μεγάλη ευγένεια. 2. υποδέχομαι: Μας δέχτηκε στο σπίτι του πολύ θερμά την ημέρα της γιορτής του. 3. δείχνω συγκατάβαση, συμφωνώ: Είναι άνθρωπος που δέχεται τις διαφορετικές… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δέχεσθον — δέχομαι take pres imperat mp 2nd dual δέχομαι take pres ind mp 3rd dual δέχομαι take pres ind mp 2nd dual δέχομαι take imperf ind mp 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδεγμένα — δέχομαι take perf part mp neut nom/voc/acc pl δεδεγμένᾱ , δέχομαι take perf part mp fem nom/voc/acc dual δεδεγμένᾱ , δέχομαι take perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέδεχθε — δέχομαι take perf imperat mp 2nd pl δέχομαι take perf ind mp 2nd pl δέχομαι take plup ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέκεσθε — δέχομαι take pres imperat mp 2nd pl (ionic aeolic) δέχομαι take pres ind mp 2nd pl (ionic aeolic) δέχομαι take imperf ind mp 2nd pl (ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέχεσθε — δέχομαι take pres imperat mp 2nd pl δέχομαι take pres ind mp 2nd pl δέχομαι take imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδεγμέναι — δέχομαι take perf part mp fem nom/voc pl δεδεγμένᾱͅ , δέχομαι take perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)